Όταν ο βουτηχτής και ο δίσκος με το Τίμιο Ξύλο γύριζαν όλο το νησί
Τα Άγια Θεοφάνεια είναι από τις αρχαιότερες γιορτές της Εκκλησίας μας. Θεσπίστηκαν τον 2ο αιώνα μ.Χ. και θυμίζουν τη μεγάλη στιγμή της φανέρωσης της Αγίας Τριάδας, τη μέρα που ο Ιησούς Χριστός βαπτίστηκε στον Ιορδάνη.
Στη Ρόδο του Μεσοπολέμου, όμως, τα Φώτα δεν ήταν μόνο γιορτή. Ήταν γεγονός, μνήμη συλλογική, μια τελετουργία που άφηνε αποτύπωμα στις ψυχές.
Ξεφυλλίζοντας τα κιτρινισμένα φύλλα της «Ροδιακής» του Καλαμπίχη και των «Νέων Ρόδος» των Πολεμικού και Κοκκίδη, ξεπηδούν περιγραφές γεμάτες δέος:
«Η λαμπρότης της μεγαλοπρεπούς τελετής των Επιφανείων και της καταδύσεως του Σταυρού εις τον υπήνεμον λιμέναν του Μανδρακίου… και το κατόρθωμα του γυμνού δύτου, όστις ανέσυρεν εκ του βυθού το Τιμιόξυλον».
Μεγάλη ήταν τότε η περηφάνια της παροικίας απ’ όπου καταγόταν ο βουτηχτής — τις περισσότερες φορές Συμιακός. Κι εκείνος, φουσκωμένος από καμάρι, με το ναυτικό κασκέτο στραβά στο κεφάλι και το ρουλό του μαύρου μαλλιού του γυρισμένο προς τα πάνω, θα περιφερόταν θριαμβευτής. Πρώτα στο Μανδράκι, ύστερα στα καφενεία της Σκάλας, να τον καμαρώσει ο κόσμος. Και μετά στα Μαράσια, ώσπου ν’ αρχίσει η μεγάλη περιοδεία στα χωριά.
Το πιάσιμο του Σταυρού δεν ήταν μόνο τιμή· ήταν ολόκληρη επιχείρηση ζωής. Ο ασημένιος δίσκος με το Τίμιο Ξύλο γύριζε το νησί για μήνες, μαζεύοντας χρήματα, λάδια, κρασιά, όσπρια και σύκα. Δώρα απλά, καρδιακά, από ανθρώπους που πίστευαν πως το παλικάρι που βούτηξε τα Φώτα έφερνε μαζί του τον αγιασμό: για τους ανθρώπους, τα ζωντανά, τα σπίτια και τα χωράφια τους.
Και η εκκλησία του Νιοχωριού είχε το μερτικό της. Μια συντροφιά, με μπροστάρη τον ακούραστο ψάλτη Μενέλαο και τους Συμιακούς μαστροκαϊξήδες — τον Βασίλη Ψαρό, τον Γρίβα, τον Φωτάρα, τον Βολονάκη, τον Καλαφάτη — μαζί με τον επίτροπο Στάθη Παλιούρη, μπαινόβγαινε στα σπίτια.
Ο μικρός, βαρύς ξύλινος Σταυρός αναπαυόταν στον ασημένιο δίσκο, πάνω σε σγουρό βασιλικό και μυρωδάτα φύλλα πατριάρχη, κι οι εισφορές έπεφταν γενναιόδωρες.
Η πομπή ξεκινούσε από τα σπίτια των προύχοντων: στου δημάρχου, του δικηγόρου Σάββαφέντη και της Φροσύνης, ύστερα στον έφορο του Αμαράντειου, τον Γιάννη Παπαδόπουλο. Κατόπιν στου δασκάλου Παπαϊωάννου Ζίγδη, που καμάρωνε τον όμορφο γιο του Γιάννη, σπουδαστή στην Αγγλία, προορισμένο — έλεγαν — για μεγάλα πράγματα.
Κι έπειτα, ο Σταυρός περνούσε απ’ όλους: από τον Γιάννη Παπαδουλή, τη Φωτεινάκη τη μαμμή, τους Γιάγκους και τους Ιορδάνηδες του Πάνω Γιαλού, κατηφόριζε στον δρόμο της Καμάρας, έμπαινε στου Δανιηλίδη με τη διπλή γιορτή, χαιρετούσε τη Φανή Δουκάκη και τη Θεανώ του Αραπούδη.
Στο τέλος, κουρασμένος σαν άνθρωπος, ο Σταυρός γύριζε στο κελί του. Εκεί αραδιάζονταν οι κουραμπιέδες και οι βασιλόπιτες, μετριούνταν τα γρόσια, τα μισόφραγκα και τα δίφραγκα. Ήταν το αντίδωρο από το «φως» που μοίρασε το φανάρι του στα καντήλια, για να φωτιστούν τα εικονοστάσια του Νιοχωριού.
Μια εποχή που έφυγε, μα άφησε πίσω της άρωμα βασιλικού, αλμύρα θάλασσας και πίστη βαθιά, απ’ αυτές που κρατούν τις κοινωνίες όρθιες.
(Η φωτογραφία είναι λίγο μεταγενέστερη. Εικονίζονται οι μακαριστοί ιερείς: παπαΔημήτρης Κωτιάδης, παπαΚωσταντής Χαλκιάς, ο πατέρας Αντώνιος Ρούσσος, ο παπα Σάββας Χατζηνικολάου και ο παπαΚυριάκος Μανέτας).

Σχόλια