Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία που δεν γράφονται μόνο με γεγονότα, αλλά με δάκρυα, καρδιές και σημαίες που κυματίζουν σαν προσευχή.Μια τέτοια μέρα ήταν η 15η Μαΐου 1945 για τη Ρόδο και ολόκληρη τη Δωδεκάνησο.
Την προηγούμενη ημέρα, 14 Μαΐου, το θρυλικό θωρηκτό "Γεώργιος Αβέρωφ" απέπλευσε από τον Πειραιά μεταφέροντας Έλληνες και Άγγλους αξιωματικούς, μαζί με τον ηρωικό διοικητή του Ιερού Λόχου, Χριστόδουλο Τσιγάντες.
Δεν ήταν απλώς ένα πολεμικό πλοίο που έφτανε στη Ρόδο.
Ήταν η Ελλάδα που επέστρεφε στην αγκαλιά των παιδιών της.
Όταν το “Αβέρωφ” μπήκε στο λιμάνι της Ρόδου, ο κόσμος πλημμύρισε την προκυμαία. Πρόσωπα σκαμμένα από τη σκλαβιά, μάτια βουρκωμένα από προσμονή, ψυχές που άντεξαν δεκαετίες κατοχής χωρίς ποτέ να ξεχάσουν ποιοι είναι.
Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα, οι ελληνικές σημαίες ανέμιζαν παντού και η συγκίνηση έμοιαζε να σκεπάζει ολόκληρο το νησί.
Η επίσκεψη εκείνη χαρακτηρίστηκε δικαίως ως
«Ο αρραβώνας της Δωδεκανήσου με τη Μητέρα Ελλάδα».
Και τότε γράφτηκε μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές εκείνων των ημερών.
Ο Αντιβασιλέας Δαμασκηνός, βλέποντας το πλήθος των Ροδιτών, ρώτησε τον πολιτικό του σύμβουλο Ιωάννη Γεωργάκη:
➡️«Και πώς θα συνεννοηθούμε με τους κατοίκους της Ρόδου;»
Η απάντηση του που έμεινε στην Ιστορία ήταν αποστομωτική:
«Παναγιώτατε, αυτοί μιλούν και γράφουν ελληνικά καλύτερα από εμάς…»
Γιατί η Δωδεκάνησος μπορεί να έμεινε χρόνια μακριά από τον εθνικό κορμό, αλλά ποτέ δεν έπαψε να κρατά την Ελλάδα μέσα στην ψυχή της.
Και εκείνο το πρωινό του Μαΐου, η Ρόδος δεν υποδέχτηκε απλώς ένα πλοίο.
Υποδέχτηκε την ελπίδα, τη δικαίωση και το όνειρο της Ελευθερίας.
Η σημερινή μέρα κουβαλά πολύ συγκίνηση και ιστορικό βάρος. Η Ρόδος τέτοιες μέρες πραγματικά ζούσε στιγμές λευτεριάς και εθνικής ανάτασης.


Σχόλια