Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η αρχή του τέλους της Ιπποτικής περιόδου στη Ρόδο

26 Ιουνίου 1522. Μία από τις σημαντικότερες ημερομηνίες στην ιστορία της Ρόδου.

Σαν σήμερα, ο τεράστιος οθωμανικός στόλος εμφανίστηκε έξω από το νησί και αποβίβασε τα πρώτα στρατεύματα, σηματοδοτώντας την έναρξη της μεγάλης πολιορκίας που έμελλε να αλλάξει οριστικά την πορεία της Ρόδου.

Ήταν η δεύτερη προσπάθεια των Οθωμανών να εκδιώξουν τους Ιωαννίτες Ιππότες, ύστερα από την αποτυχημένη πολιορκία του 1480. Η πρώτη είχε αποκρουστεί με επιτυχία. Η δεύτερη, όμως, θα είχε διαφορετική κατάληξη.


Οι Ιωαννίτες Ιππότες, γνωστοί και ως Τάγμα του Αγίου Ιωάννη, είχαν εγκατασταθεί στη Ρόδο το 1309, μετά την απώλεια των τελευταίων χριστιανικών εδαφών στους Αγίους Τόπους. Μέσα στα επόμενα χρόνια κατέστησαν το νησί μία από τις ισχυρότερες οχυρωμένες βάσεις της ανατολικής Μεσογείου.


Στις 26 Ιουνίου 1522, περίπου 280 οθωμανικά πλοία αποβίβασαν τις πρώτες δυνάμεις στο νησί. Έναν μήνα αργότερα, στις 28 Ιουλίου, κατέφθασε αυτοπροσώπως ο Σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής για να επιβλέψει την πολιορκία. Οι οθωμανικές δυνάμεις έφθαναν πλέον, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, περίπου τις 100.000 άνδρες.

Απέναντί τους βρίσκονταν περίπου 5.000 υπερασπιστές της Ρόδου. Ανάμεσά τους περίπου 600 άνδρες του Τάγματος, εκ των οποίων περίπου 200 ήταν Ιππότες, 400 Κρητικοί —Έλληνες και Βενετοί— με εξέχουσα μορφή τον σπουδαίο στρατιωτικό μηχανικό Γαβριήλ Μαρτινέγκο, καθώς και ξένοι ναυτικοί και Ροδίτες που πολέμησαν για την άμυνα της πόλης.

Την αρχική διοίκηση των οθωμανικών επιχειρήσεων είχε ο Μουσταφά Πασάς. Οι συνεχείς αποτυχίες του εξόργισαν τον Σουλεϊμάν, ο οποίος διέταξε ακόμη και την εκτέλεσή του. Τελικά, ύστερα από παρέμβαση των συμβούλων του, η ποινή δεν εκτελέστηκε και τη διοίκηση ανέλαβε ο έμπειρος στρατηγός και μηχανικός Αχμέτ Πασάς.


Καθώς οι μήνες περνούσαν, η έκβαση της πολιορκίας άρχισε να κρίνεται όχι μόνο στα πεδία των μαχών αλλά και στην αντοχή των πολιορκημένων. Τα τρόφιμα και τα πολεμοφόδια λιγόστευαν, τα τείχη υπέστησαν τεράστιες καταστροφές από το συνεχές πυροβολικό και η βοήθεια που ανέμεναν από τη δυτική Ευρώπη δεν έφθασε ποτέ.


Υπό αυτές τις συνθήκες και έπειτα από σχεδόν έξι μήνες πολιορκίας, ο Μέγας Μάγιστρος Φιλίπ Βιλιέ ντε Λ' Ιλ-Αντάμ ζήτησε ανακωχή στις 20 Δεκεμβρίου 1522.

Δύο ημέρες αργότερα, ο Σουλεϊμάν αποδέχθηκε την παράδοση, προτείνοντας όρους που θεωρήθηκαν ιδιαίτερα επιεικείς για τα δεδομένα της εποχής. Οι Ιππότες μπορούσαν να εγκαταλείψουν τη Ρόδο μέσα σε δώδεκα ημέρες παίρνοντας μαζί τους τα όπλα και την περιουσία τους. Στους κατοίκους του νησιού παραχωρήθηκε πενταετής φορολογική απαλλαγή, ενώ δόθηκαν διαβεβαιώσεις ότι οι χριστιανικοί ναοί δεν θα μετατρέπονταν σε τζαμιά. Όσοι επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν το νησί μπορούσαν να το πράξουν μέσα σε τρία χρόνια.


Την 1η Ιανουαρίου 1523 οι Ιππότες, μαζί με αρκετούς Έλληνες κατοίκους, απέπλευσαν από τη Ρόδο με πρώτο σταθμό την ενετοκρατούμενη Κρήτη. Αργότερα εγκαταστάθηκαν στη Σικελία και τελικά στη Μάλτα, όπου το Τάγμα έμεινε γνωστό στην ιστορία ως οι Ιππότες της Μάλτας και αντιστάθηκε εκ νέου στους Οθωμανούς κατά τη Μεγάλη Πολιορκία του 1565.


Η πολιορκία του 1522 δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη πολεμική αναμέτρηση. Σηματοδότησε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για τη Ρόδο και την αρχή μιας νέας ιστορικής περιόδου, που διαμόρφωσε την ταυτότητα του νησιού για τους επόμενους τέσσερις αιώνες.

Η μνήμη εκείνων των γεγονότων παραμένει ζωντανή και στις μέρες μας όχι μόνο μέσα από τα επιβλητικά τείχη της Μεσαιωνικής Πόλης, αλλά και ως υπενθύμιση της στρατηγικής σημασίας που είχε διαχρονικά η Ρόδος στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σχόλια