Η χθεσινή ανάρτηση μου στο facebook με την απλή ερώτηση «Μετά το Pepco, ήρθε και το Sinsay στη Ρόδο. Πόσο θα αντέξει τον ανταγωνισμό ο ντόπιος έμπορος;» προκάλεσε δεκάδες σχόλια που αποτυπώνουν με σαφήνεια το κλίμα στην τοπική αγορά ένδυσης.
Οι αντιδράσεις δεν περιορίστηκαν σε επιφανειακές παρατηρήσεις. Αποκάλυψαν βαθύτερες ανησυχίες για τις τιμές, την ποιότητα, την προσαρμοστικότητα των τοπικών επιχειρήσεων και την πίεση που δέχεται η μεσαία τάξη.
Η πλειοψηφία των σχολίων κινείται σε μια κοινή γραμμή: οι ντόπιοι έμποροι πλήρωσαν ακριβά την πολυετή πολιτική υψηλών τιμών. Πολλοί κάτοικοι επισημαίνουν ότι για παιδικά ρούχα – κατηγορία που χαρακτηρίζεται από γρήγορη αλλαγή μεγεθών – η διαφορά τιμής είναι καθοριστική. «Θα πάρω από τα Pepco και το Sinsay γιατί θα ντύσω τα παιδιά μου με πολλές επιλογές και οικονομικά», γράφει χαρακτηριστικά μια μητέρα. Άλλη αναφέρει ότι στο Sinsay βρίσκει μπουφάν στα 6-10 ευρώ που αντέχουν, ενώ αντίστοιχα τοπικά προϊόντα κοστίζουν πολλαπλάσια και «την άλλη χρονιά δεν κάνουν στο παιδί».
Παράλληλα, εμφανίζεται έντονη κριτική για την εμπορική πρακτική ορισμένων τοπικών καταστημάτων. Σχόλια κάνουν λόγο για «τιμές στο Θεό», έλλειψη προσφορών και νοοτροπία που θυμίζει δεκαετίες παλαιότερες.
«Μήπως θα έπρεπε να κάνετε μεγάλες προσφορές;», ρωτάει χρήστης, ενώ άλλος προτρέπει τους εμπόρους να αναζητήσουν φθηνότερους προμηθευτές, ακόμη και στην Τουρκία, αντί να αγοράζουν μέσω ενδιάμεσων και να μετακυλίουν το κόστος στον καταναλωτή.
Η σύγκριση με ήδη υπάρχουσες αλυσίδες όπως Zara, H&M και Orchestra είναι συχνή: «Χρόνια ψωνίζουμε από εκεί και κανείς δεν αντέδρασε το ίδιο», σημειώνεται.
Δεν λείπουν, ωστόσο, και οι αντίθετες φωνές. Ορισμένοι υπερασπίζονται την ποιότητα των τοπικών προϊόντων και επισημαίνουν ότι υπάρχουν τίμιοι έμποροι με λογικές τιμές. Άλλοι εκφράζουν επιφυλάξεις για τα ίδια τα προϊόντα των νέων αλυσίδων: το Pepco χαρακτηρίζεται από ορισμένους ως «σκουπίδι», ενώ το Sinsay θεωρείται σχετικά καλύτερο. Υπάρχει επίσης η άποψη ότι οι μεγάλες αλυσίδες δεν θα μείνουν ανέγγιχτες μακροπρόθεσμα, καθώς θα μοιραστούν την πίτα και θα πιεστούν από τον ίδιο ανταγωνισμό.
Το θέμα ξεφεύγει από τα στενά όρια της ένδυσης. Πολλά σχόλια το συνδέουν με ευρύτερες οικονομικές πιέσεις: τα all-inclusive ξενοδοχεία στη νότια Ρόδο που έχουν συρρικνώσει την τοπική εστίαση, την εξαφάνιση μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων μπροστά στις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ και τη γενικότερη αίσθηση ότι «η μεσαία τάξη εξαφανίζεται» ενώ επιβιώνουν κυρίως τα μεγάλα κεφάλαια και οι πολυεθνικές.
Το συμπέρασμα που προκύπτει από τη δημόσια συζήτηση είναι διπλό. Από τη μία, οι καταναλωτές δηλώνουν ξεκάθαρα ότι δεν είναι διατεθειμένοι να πληρώνουν σημαντικά υψηλότερες τιμές χωρίς αντίστοιχη αξία, ιδίως όταν έχουν άμεση πρόσβαση σε φθηνότερες εναλλακτικές – τόσο φυσικές όσο και διαδικτυακές. Μετά την κάθοδο στην αγορά της Ρόδου πολλών δυνατών ονομάτων του διεθνούς εμπορίου, τα τελευταία χρόνια η ανησυχία για την τύχη των τοπικών επιχειρήσεων παραμένει υπαρκτή και μεγαλώνει, ιδιαίτερα για όσες δεν προσαρμοστούν γρήγορα σε νέες συνθήκες κόστους, προμηθειών και ανταγωνισμού.

Σχόλια