Κάθε καλοκαίρι, μέσα στο ψίθυρο των πεύκων, η περιοχή γύρω από το μοναστήρι του Αγίου Σουλά μεταμορφώνεται. Δεν είναι μόνο μια θρησκευτική εορτή που κορυφώνεται στις 30 Ιουλίου. Είναι ένα ζωντανό κομμάτι της συλλογικής μνήμης της Ρόδου, μια μικρή «πολιτεία» που στήνεται για λίγες ημέρες και γεμίζει με μυρωδιές, φωνές και αναμνήσεις.
Οι ρίζες αυτού του πανηγυριού χάνονται, λένε, στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Και η τοπική αφήγηση (που την ακούς με τον έναν ή τον άλλον τρόπο) θέλει τον Άγιο Σίλα να συνοδεύει τον Απόστολο Παύλο όταν πέρασε από το νησί το 54 μ.Χ. και να κάνει το πρώτο θαύμα της περιοχής, να θεραπεύσει έναν ασθενή με το νερό της πηγής που ακόμα αναβλύζει στον χώρο της μονής. Η ιστορία, φυλαγμένη και στα τοπωνύμια και στον ίδιο τον τόπο, δίνει μια αίσθηση συνέχειας: εδώ δεν τιμάς μόνο μια ημερομηνία, αλλά μια διαδρομή δύο χιλιετιών, λίγο-πολύ.
Το στοιχείο που σε συγκλονίζει είναι οι καλύβες: μικρές, επιδέξια χτισμένες κατοικίες από καλάμια, κλαδιά και μυρτιές, που στήνονται από ντόπιους με γνώση που περνά από γενιά σε γενιά. Η διαδικασία δεν είναι απλώς πρακτική· είναι τελετή. Οι παλιοί δείχνουν, οι νέοι μαθαίνουν, και το δάσος συνυπογράφει — οι κατασκευαστές κόβουν προσεκτικά, ανοίγουν χώρους για να ανανεώνεται η βλάστηση και φτιάχνουν σκιά και άρωμα για τις νύχτες της γιορτής.
Οι καλύβες κάποτε φιλοξενούσαν προσκυνητές που ανέβαιναν με τα πόδια ή με ζώα και έμεναν ημέρες. Σήμερα η ανάγκη για προσωρινή στέγη έχει εκλείψει, αλλά η ίδια η κίνηση να βρεις το δικό σου σημείο στο άλσος παραμένει τελετουργική. Από τις πρώτες ημέρες του Ιουλίου οι οικογένειες οριοθετούν τον χώρο τους με πασσαλάκια και σπάγκο — μια μικρή προετοιμασία που μάς θυμίζει πως πρόκειται για κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή γιορτή.
Όσο πλησιάζει η πανήγυρη, το δάσος παίρνει μπρος. Γρήγορα. Ανάβουν φωτιές, οι κατσαρόλες μοσχοβολούν, παιδικές φωνές και γέλια τρυπώνουν στα μονοπάτια και δεν λένε να φύγουν. Οι προσκυνητές έρχονται πρώτα για το αγίασμα και την προσευχή, και μετά, ε, μετά, για να μοιραστούν φαγητό, μουσική και χορό, έτσι όπως γίνεται πάντα στα σωστά πανηγύρια. Και κάποτε, μέσα στις κούτες και τις φορεσιές, οι χωριανοί αναγνώριζαν ο ένας τον άλλο στο λεπτό· σημάδι μιας κοινωνίας που κράτησε, όπως-όπως, την ταυτότητά της.
Το πανηγύρι δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται. Ζώα, εκθέσεις αγροτικών προϊόντων, ιπποδρομίες, πολιτιστικές παραστάσεις και σύγχρονες συναυλίες μπήκαν στο πρόγραμμα. Όμως ο πυρήνας του — η κοινότητα που οργανώνει και συμμετέχει — παρέμεινε το ίδιο. Πολιτιστικοί σύλλογοι, αθλητικά σωματεία, η κοινότητα και δεκάδες εθελοντές συνεργάζονται για να μετατρέψουν το χώρο, για περίπου δύο εβδομάδες, σε κέντρο θρησκευτικών, πολιτιστικών και αθλητικών δράσεων.
Η αναγνώριση ήρθε πρόσφατα: το 2025 το πανηγύρι εντάχθηκε στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, επιβραβεύοντας αυτή την αδιατάρακτη συνέχεια. Και όμως, ίσως η μεγαλύτερη αξία του να μην είναι ούτε η ιστορία ούτε η διάκριση. Είναι οι άνθρωποι που για λίγες ημέρες γίνονται κοινότητα — μαγειρεύουν μαζί, προσεύχονται μαζί, θυμούνται τους προγόνους τους και μεταφέρουν στα παιδιά τις τεχνικές και τις ιστορίες.
Σε μια εποχή όπου πολλές παραδόσεις μένουν ως αναπαράσταση, στον Άγιο Σουλά η παράδοση εξακολουθεί να ζει στην καθημερινή πράξη. Αυτό είναι που κάνει το πανηγύρι μοναδικό, μια γιορτή που ενώνει φύση, μνήμη και ανθρώπινη ζεστασιά. Στις μέρες μας που, κακά τα ψέματα, αρκετές παραδόσεις καταλήγουν «για τα μάτια του κόσμου» και το θεαθείναι , στον Άγιο Σουλά η παράδοση δεν παριστάνει κάτι άλλο, ζει τη βλέπεις και τη νιώθεις, χωρίς φανφάρες.


Σχόλια