Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Τσιτσιμπύρα, η εκρηκτική

- Ήρθατε στην Κέρκυρα και δεν θα δοκιμάσετε τσιτσιμπύρα, μου πρότεινε ο καταστηματάρχης  στο μαγαζί με τα παραδοσιακά προϊόντα. 

-  Τέτοια ώρα και με τέτοια ζέστη, Χριστιανέ μου, θα προτιμούσα ένα αναψυκτικό, σκέφτηκα. 

Όμως η  τσιτσιμπύρα είναι αναψυκτικό και όχι μπύρα, όπως αρχικά νόμισα. Και δεν είναι σκέτο αναψυκτικό, όπως λένε οι πληροφορίες που συνέλεξα.  Είναι και θεραπευτική γιατί περιέχει πτητικό έλαιο και ελαιορητίνες.  Στην Κέρκυρα, κάποιοι το χρησιμοποιούν ως αντιεμετικό για τη ναυτία, οι Κινέζοι έκαναν πειράματα και το βρήκαν αντισηπτικό, άλλοι λένε πως είναι διεγερτικό της κυκλοφορίας και μερικοί  θεωρούν τη τσιτσιμπύρα ιδανική για τις παθήσεις του αναπνευστικού. 

Πάντως, ένα είναι βέβαιο: Η λέξη τσιτσιμπύρα είναι παραφθορά της αγγλικής λέξης gingerbeer και κατάλοιπο της αγγλικής κυριαρχίας στο νησί. Μου είπαν πως φτιάχνεται κυρίως  με λεμόνι, τζίντζερ, νερό και ζάχαρη. Πρόκειται για ένα μίγμα εκρηκτικό και γι αυτό δεν μεταφέρεται.  Για να το απολαύσετε πρέπει να μπει πρώτα στο ψυγείο, 5-6 μέρες μετά την ημερομηνία παραγωγής της. 

Ο μόνος που κάνει Τσιτσιμπύρες είναι ο Γιώργος Χειμαριός, μια οικογενειακή επιχείρηση  που εδρεύει στο χωριό Καλαφατιώνες. 

Με την ευκαιρία: Ένα άλλο παραδοσιακό ποτό της Κέρκυρας είναι το κουμ κουάτ. Παρασκευάζεται  από ένα μικρό εσπεριδοειδές, που το έφερε στο νησί ο Άγγλος γεωπόνος Μέρλιν. Το διαθέτουν όλα τα καταστήματα και για να μη μπερδευτείτε προτιμήστε όχι το κόκκινο αλλά το ανοιχτόχρωμο, που προέρχεται από εκχύλισμα και είναι φυσικό, χωρίς προσθήκη χρώματος .  Το κουμ κουάτ κυκλοφορεί και ως γλυκό του κουταλιού, φρουϊ γλασέ και με επικάλυψη σοκολάτας bitter. 

Επιπλέον, στην Κέρκυρα,  εκτός από το μαντολάτο, γνωστό στην περιοχή ως «γλυκό των φτωχών και των παιδιών», υπάρχουν οι μάντολες, που είναι καραμελωμένα αμύγδαλα κι ακόμη  τα μελωμένα παστέλια και οι λουκουμάδες –στο «κεσεδάκι τση νονάς». 

Τέλος, αν πάτε στο "νησί των Φαιάκων",  δοκιμάστε να πιείτε και το «Ποτό των νεονύμφων»- κάτι που θυμίζει το Κοριαντολίνο της Ρόδου.  

(Σ.Σ. Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε το καλοκαίρι του 2002 στην εφημερίδα "ΠΡΟΟΔΟΣ" της Ρόδου).  

Δεν υπάρχουν σχόλια: